Συχνές Ερωτήσεις

+ Τι είναι ο υβριδικός φακός επαφής;

Ο υβριδικός φακός επαφής αποτελεί μία επαναστατική τεχνολογική εξέλιξη που επιτυγχάνει το συνδυασμό ενός σκληρού/ημίσκληρου φακού στο κέντρο και ενός πιο μαλακού στην περιφέρεια. Ο υβριδικός φακός επαφής εφάπτεται με τον κερατοειδή στο μαλακό του μέρος ώστε να αποφεύγεται η επαφή του σκληρού/ημίσκληρου μέρους του με τον κερατοειδή. Ως αποτέλεσμα, ο υβριδικός φακός επαφής συνδυάζει τις καλύτερες ιδιότητες και των δύο κόσμων – προσφέρει την καθημερινή άνεση και διευκόλυνση ενός μαλακού φακού επαφής, ενώ διατηρεί τη διαυγή όραση ενός αερο-διαπερατού σκληρού/ημίσκληρου (RGP) φακού επαφής υψηλής οξυγόνωσης. Επί προσθέτως, το μαλακό του μέρος έχει ως αποτέλεσμα το κεντράρισμα του φακού πιο κοντά στον άξονα της όρασης, ανεξαρτήτως του κερατοειδικού σφάλματος, παρέχοντας εμφανώς ανώτερη όραση. Επίσης, ο υβριδικός σχεδιασμός αποτρέπει να εισέλθει κάτω από το φακό σκόνη και εμποδίζει το φακό να φύγει από το μάτι. Επί του παρόντος, κανένας άλλος φακός επαφής δεν παρέχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Οι υβριδικοί φακοί επαφής καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα διαθλαστικών και μη ανωμαλιών του οφθαλμού όπως αστιγματισμό, πρεσβυωπία, κερατόκωνο, και μετεγχειρητικές διαθλαστικές ανωμαλίες. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω φακούς, παρακαλώ όπως επισκεφτείτε τα προϊόντα της εταιρείας, τις πληροφορίες για ασθενείς ή τις πληροφορίες για επαγγελματίες οφθαλμικής υγείας.

Υβριδικός Φακός Επαφής

+ Πως βλέπουμε;

Τα πρώτα στάδια της λειτουργίας της όρασης συντελούνται στον ανθρώπινο οφθαλμό (παρόμοια με τη λειτουργία μίας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής). Τα οπτικά μέσα του οφθαλμού (κερατοειδής, κρυσταλλοειδής φακός, και ενδοφθάλμια υγρά) κάμπτουν (διαθλούν) κατάλληλα τις ακτίνες φωτός ώστε να σχηματίσουν στην οπίσθια επιφάνειά του (αμφιβληστροειδής) ευκρινή είδωλα του περιβάλλοντος χώρου. Σε παραλληλισμό με το φακό μιας φωτογραφικής μηχανής, ο κρυσταλλοειδής φακός έχει τη δυνατότητα μεταβολής του σχήματός του (προσαρμογή) επιτρέποντας τη μεταβολή της οπτικής του δύναμης και κατ’ επέκταση την εστίαση τόσο σε μακρινά όσο και σε κοντινά πεδία. Επίσης, η ίριδα του οφθαλμού σχηματίζει μία κεντρική οπή (κόρη) σε αντιστοιχία με το διάφραγμα της φωτογραφικής μηχανής, το άνοιγμα της οποίας μεταβάλλεται συνεχώς σε σχέση με τις συνθήκες φωτισμού επιτρέποντας την απαραίτητη ποσότητα φωτός να εισέλθει στον οφθαλμό. Τέλος, στον αμφιβληστροειδή υπάρχουν κατάλληλα φωτοευαίσθητα κύτταρα (φωτοϋποδοχείς) παρόμοια με τα εικονοκύτταρα (pixel) μιας ψηφιακής φωτογραφικής μηχανής, τα οποία μετατρέπουν το φωτεινό είδωλο σε ηλεκτρικά σήματα που μεταφέρονται σε κατάλληλη περιοχή του εγκεφάλου για περαιτέρω επεξεργασία.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΑΣΗΣ

+ Τι είναι η μυωπία, η υπερμετρωπία, ο αστιγματισμός, και η πρεσβυωπία;

Η μυωπία, η υπερμετρωπία, ο αστιγματισμός, και η πρεσβυωπία αποτελούν τις πιο συνήθεις διαθλαστικές ανωμαλίες του ανθρώπινου οφθαλμού.

Στη μυωπία, οι ακτίνες του φωτός που προέρχονται από μακρινές αποστάσεις εστιάζονται μπροστά από τον αμφιβληστροειδή και συνήθως οφείλεται στο αυξημένο αξονικό μήκος του οφθαλμού. Η αδυναμία του κρυσταλλοειδή φακού να μειώσει περαιτέρω την οπτική του δύναμη σε αναλογία με το αυξημένο αξονικό μήκος του οφθαλμού έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία θολού ειδώλου πάνω στον αμφιβληστροειδή και κατ’ επέκταση τη μειωμένη όραση για μακριά.

Αντίθετα, στην υπερμετρωπία, οι ακτίνες φωτός που προέρχονται από μακρινές αποστάσεις εστιάζονται πίσω από τον αμφιβληστροειδή. Σε αυτήν την περίπτωση, ο κρυσταλλοειδής φακός μπορεί να αυξήσει την οπτική του δύναμη και να δημιουργήσει ένα ευκρινές είδωλο πάνω στον αμφιβληστροειδή με αποτέλεσμα η υπερμετρωπία να μην γίνεται εύκολα αντιληπτή παρά μόνο με μια πιο εξειδικευμένη οφθαλμολογική εξέταση. Παράλληλα, η δυνατότητα εστίασης στο κοντινό πεδίο είναι μειωμένη καθώς χρειάζεται επιπλέον αύξηση της οπτικής δύναμης του φακού ώστε να δούμε κοντά. Η κούραση και οι πονοκέφαλοι, λόγω της συνεχούς προσπάθειας εστίασης, αποτελούν συνήθη συμπτώματα της υπερμετρωπίας που ενδέχεται να βοηθήσουν στην αντίληψή της.

Στον αστιγματισμό, το διαθλαστικό σφάλμα οφείλεται στη διαφορετική εστίαση ακτίνων που προέρχονται από διαφορετικούς μεσημβρινούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο πονοκέφαλος και η κούραση αποτελούν συμπτώματα του διαθλαστικού σφάλματος. Συνήθως οφείλεται στην ασφαιρική καμπυλότητα του κερατοειδή χιτώνα με αποτέλεσμα οι ακτίνες σε διαφορετικούς μεσημβρινούς να διαθλώνται υπό διαφορετική γωνία και να εστιάζονται σε διαφορετικά σημεία στον αμφιβληστροειδή. Ο αστιγματισμός είναι πολύ κοινό διαθλαστικό σφάλμα και σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα μικρό βαθμό αστιγματισμού.

Τέλος, η δυνατότητα του κρυσταλλοειδή φακού να μεταβάλλει το σχήμα του και κατ’ επέκταση την οπτική του δύναμη μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χάνεται σταδιακά η δυνατότητα εστίασης σε διαφορετικές αποστάσεις και ειδικότερα σε κοντινές. Το διαθλαστικό αυτό σφάλμα ονομάζεται πρεσβυωπία και εμφανίζεται σε όλο τον πληθυσμό μετά την ηλικία των 45 ετών.

 

 

ΜΥΩΠΙΑΥΠΕΡΜΕΤΡΩΠΙΑ

ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

+ Τι είναι ο κερατόκωνος;

Ο κερατόκωνος, ο οποίος περιγράφτηκε ενδελεχώς το 1854, αποτελεί την πιο συνήθη πρωτεύον εκτασία του κερατοειδή και προέρχεται ετυμολογικά από τις ελληνικές λέξεις Κερατο(ειδής) και Κωνο(ειδής). Ο κερατόκωνος είναι μία αμφοτερόπλευρη αλλά ασύμμετρη πάθηση του κερατοειδή, η οποία χαρακτηρίζεται από τοπική λέπτυνση που οδηγεί σε προεκβολή του λεπτού κερατοειδή και σε ακραίες περιπτώσεις σε διάτρηση. Η λέπτυνση συνήθως εμφανίζεται στο κατώτερο και κεντρικό τμήμα του κερατοειδή, έχουν όμως περιγραφεί και μερικές περιπτώσεις που εμφανίζεται στο ανώτερο τμήμα του. Η προεκβολή του κερατοειδή προκαλεί υψηλή μυωπία και ανώμαλο αστιγματισμό, με αποτέλεσμα την παραμόρφωση του φωτός που εισέρχεται στο μάτι και τη δραματική μείωση της ποιότητας της όρασης.

Η συχνότητα εμφάνισης του κερατόκωνου σε ένα χρόνο (επίπτωση) έχει υπολογισθεί μεταξύ 5-23 περιστατικά ανά 10000 άτομα, και η πληθυσμιακή συχνότητά του (επιπολασμός) στο γενικό πληθυσμό έχει υπολογισθεί σε 5.4 περιστατικά ανά 10000 άτομα. Οι διαφορές στις αναφερόμενες συχνότητες οφείλονται σε διαφορετικούς ορισμούς και διαγνωστικά κριτήρια τα οποία χρησιμοποιούνται στις διάφορες μελέτες. Ο κερατόκωνος εμφανίζεται και στα δύο φύλλα με αντίστοιχη συχνότητα. Επίσης, ο κερατόκωνος είναι γνωστό ότι επηρεάζει όλες τις εθνικότητες, εν τούτης, μία αύξηση των συχνοτήτων της επίπτωσης και του επιπολασμού στα επόμενα χρόνια δε θα αποτελούσε έκπληξη λόγω των νέων και πιο βελτιωμένων διαγνωστικών τεχνικών.

Παρά τις πολλαπλές ερευνητικές μελέτες των τελευταίων χρόνων σχετικά με την αιτιολογία και παθογένεση του κερατόκωνο, οι αιτίες και πιθανοί μηχανισμοί εμφάνισής του παραμένουν αδιευκρίνιστοι. Αποτελεί μία πολυπαραγοντική πάθηση, η οποία μπορεί να οφείλεται σε κληρονομικότητα (6 με 8% θετικό οικογενειακό ιστορικό), βιοχημικούς παράγοντες όπως η απώλεια δομών του κερατοειδή, βιομηχανικούς παράγοντες, και άλλες ασθένειες όπως το σύνδρομο Down (0.5 – 15%). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι υπάρχουν περιοχές όπου ο κερατόκωνος είναι πιο συχνός, όπως για παράδειγμα στα νησιά Ρόδο, Σαντορίνη και Κύπρο, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που εκδηλώνουν κερατόκωνο έχουν παράλληλα και μια δερματολογική πάθηση που λέγεται ατοπία ή έκζεμα, η οποία δεν μεταδίδεται αλλά κληρονομείται και συνοδεύεται από έντονο τρίψιμο του δέρματος και ενδεχομένως και των βλεφάρων. Το έντονο τρίψιμο των ματιών, χωρίς να αποτελεί αίτιο του κερατόκωνου μπορεί να συντελέσει στην εξέλιξη της νόσου.

Τα οπτικά συμπτώματα εξαρτώνται από το στάδιο της πάθησης. Ο κερατόκωνος γίνεται συνήθως αντιληπτός κατά την εφηβεία, αλλά έχει παρατηρηθεί και νωρίτερα ή αργότερα στην ζωή και συνήθως εξελίσσεται μέχρι και την τέταρτη δεκαετία της ζωής, όπου και σταθεροποιείτε. Μία πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι το 50% των μη προσβαλλόμενων οφθαλμών σε άτομα με ετερόπλευρο κερατόκωνο θα εμφανίσει την παθολογία εντός 16 χρόνων. Στα αρχικά στάδια και υπό φυσιολογικές συνθήκες, ο κερατόκωνος δεν δημιουργεί κάποια συμπτώματα και κατά αυτόν τον τρόπο μπορεί να μη γίνει αντιληπτός, εκτός εάν πραγματοποιηθούν εξειδικευμένες διαγνωστικές εξετάσεις. Η εξέλιξή του συνοδεύεται από εμφάνιση μεταβαλλόμενης μυωπίας με αυξανόμενο αστιγματισμό και σημαντική απώλεια οπτικής οξύτητας, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με γυαλιά. Κάθε οφθαλμός προσβάλλεται συνήθως σε διαφορετικό βαθμό, ενώ με την εξέλιξη της πάθησης η όραση μειώνεται αισθητά, καθώς ο κερατοειδής γίνεται πιο κυρτός και μπορεί να εμφανίσει ουλή.

ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΣ

+ Πως αντιμετωπίζεται ο κερατόκωνος;

Η αντιμετώπιση του κερατόκωνου εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κατάστασης. Στον αρχόμενο κερατόκωνο, η διόρθωση του αστιγματισμού και τις μυωπίας με γυαλιά είναι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος αντιμετώπισης. Σε πιο εξελιγμένες μορφές της νόσου και όταν η διόρθωση δεν είναι εφικτή με τη χρήση γυαλιών, υπάρχει η δυνατότητα χρήσης διαφόρων φακών επαφής (τορικοί, ασφαιρικοί, μικροί σφιχτοί, ειδικά σχεδιασμένοι για ωοειδείς και σφαιρικούς ανώμαλους κώνους, ημίσκληροι συμβατικού, ασφαιρικού και κερατοκωνικού σχεδιασμού, αεροδιαπερατοί προσχεδιασμένοι σκληρικοί φακοί κλπ). Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί καινούργιες τεχνολογίες ως προς την κατασκευή φακών επαφής για ασθενείς με κερατόκωνο, με πιο πρόσφατους τους υβριδικούς φακούς επαφής.

Στις περιπτώσεις που ο κερατόκωνος εξελίσσεται, η αντιμετώπισή του τα τελευταία χρόνια γίνεται κυρίως με διασύνδεση κερατοειδικού κολλαγόνου. Μια οπτική οξύτητα 5/10 μετεγχειρητικά επιτυγχάνεται στο 90% των ασθενών. Σε κάποιες περιπτώσεις, η παραπάνω τεχνική συνδυάζεται και με άλλες τεχνικές για την αντιμετώπιση ενός μέρους των τοπογραφικών ανωμαλιών του κερατοειδή, αλλά και πάλι οι πρακτικές αυτές είναι σχετικά καινούργιες και όχι εφαρμόσιμες σε όλες τις περιπτώσεις. Επιπλέον τεχνικές αποτελούν η τοποθέτηση ενδοστρωματικών δακτυλίων, η τοποθέτηση ενδοφακού σε συνδυασμό με κάποια άλλη τεχνική, και πιο παλιά η θερμοπλαστική και η επικερατοφακία. Στην περίπτωση που η διάγνωση δεν επιτευχθεί σε πρώιμα στάδια και ο κώνος έχει δραματική εξέλιξη (περίπου 10 % των περιπτώσεων) τότε προτείνεται συνήθως η ολική ή μερική μεταμόσχευση του κερατοειδή. Παρ’ όλα αυτά, στις περισσότερες από αυτές τις τεχνικές, ένα ποσοστό ασθενών μετεγχειρητικά χρειάζεται φακό επαφής λόγω της σταθεροποίησης μεν του κώνου αλλά της μη διόρθωσης του ανώμαλου αστιγματισμού.